Γιατί καβαλάμε;

Ή αλλιώς… όλα όσα δύσκολα εξηγούνται σε κάποιον που δεν έχει οδηγήσει ποτέ μοτοσυκλέτα.

Υπάρχει μία ερώτηση που κάθε μοτοσυκλετιστής έχει ακούσει αμέτρητες φορές.

«Γιατί επιμένεις να κυκλοφορείς με μηχανή;»

Άλλοτε η ερώτηση κρύβει πραγματική απορία. Άλλοτε φόβο. Άλλοτε θαυμασμό.

Και σχεδόν πάντα συνοδεύεται από επιχειρήματα που όλοι έχουμε ακούσει.

“Είναι επικίνδυνο.” “Με το αυτοκίνητο είσαι πιο άνετα.” “Βρέχεσαι.” “Κρυώνεις.” “Κουράζεσαι.” “Δεν χωράνε πράγματα.” “Γιατί δεν παίρνεις ένα αυτοκίνητο να ησυχάσεις;”

Και τότε έρχεται εκείνη η μικρή παύση.

Γιατί ξέρεις ότι ό,τι κι αν απαντήσεις, μάλλον δεν θα καταφέρει να εξηγήσει αυτό που πραγματικά νιώθεις.

Πώς να εξηγήσεις σε κάποιον ότι πολλές φορές κάνεις τον μεγαλύτερο δρόμο μόνο και μόνο επειδή είναι ο ομορφότερος;

Πώς να του εξηγήσεις ότι έχεις πάρει τη μηχανή για βόλτα χωρίς να έχεις συγκεκριμένο προορισμό;

Ότι έχεις φύγει για “ένα μισάωρο” και γύρισες… τέσσερις ώρες αργότερα;

Ότι έχεις σταματήσει στην άκρη ενός δρόμου μόνο και μόνο για να χαζέψεις ένα ηλιοβασίλεμα, χωρίς να βιάζεσαι να πας πουθενά;

Δεν εξηγείται εύκολα.

Ίσως γιατί η μοτοσυκλέτα δεν είναι ποτέ μόνο ένα μέσο μεταφοράς. Είναι κάτι πολύ πιο προσωπικό. Πολύ πιο βαθύ. Και, για πολλούς από εμάς, ένα κομμάτι της ίδιας μας της ταυτότητας.

Γιατί καβαλάμε

Δεν οδηγούμε για να… μεταφερθούμε

Αν αυτός ήταν ο στόχος μας, πιθανότατα θα είχαμε επιλέξει κάτι άλλο.

Η μοτοσυκλέτα δεν είναι ο πιο άνετος τρόπος να ταξιδέψεις.

Δεν σε προστατεύει από τη βροχή. Δεν σε προστατεύει από το κρύο. Δεν σε προστατεύει από τον καύσωνα. Και δεν σε ενδιαφέρει καθόλου!

Κάθε εποχή τη ζεις ολόκληρη.

Τον αέρα δεν τον ακούς πίσω από ένα τζάμι. Τον νιώθεις.

Τη μυρωδιά του πεύκου δεν τη διαβάζεις σε κάποιο φυλλάδιο. Περνάει μέσα από το κράνος.

Καταλαβαίνεις πότε πλησιάζεις τη θάλασσα χωρίς να δεις ακόμη το νερό. Νιώθεις την αλλαγή της θερμοκρασίας όταν ανεβαίνεις ένα βουνό. Μυρίζεις το χώμα μετά τη βροχή.

Η μοτοσυκλέτα δεν σε απομονώνει από τον κόσμο. Σε κάνει μέρος του. Και αν αυτό δεν είναι μοναδικό, τότε τι είναι;

Γι’ αυτό και πολλές φορές δεν διαλέγουμε τη συντομότερη διαδρομή. Διαλέγουμε την ομορφότερη. Τον δρόμο με τις στροφές. Το ορεινό πέρασμα. Εκείνον τον επαρχιακό δρόμο που δεν γράφει κανένας τουριστικός οδηγός.

Γιατί ο προορισμός είναι απλώς μια στάση. Η διαδρομή είναι η πραγματική εμπειρία. Και όλοι όσοι καβαλάμε το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά!

Γιατί καβαλάμε

Μέσα στο κράνος υπάρχει μια περίεργη σιωπή

Όσοι δεν οδηγούν μοτοσυκλέτα πιστεύουν ότι υπάρχει μόνο θόρυβος.

Ο κινητήρας. Ο αέρας. Τα φορτηγά. Η κίνηση…

Κι όμως. Μετά από λίγα χιλιόμετρα συμβαίνει κάτι «παράξενο».

Όλα αυτά σταματούν να υπάρχουν. Μένεις μόνο εσύ. Οι σκέψεις σου. Ο δρόμος. Η επόμενη στροφή.

Δεν υπάρχουν ειδοποιήσεις. Δεν υπάρχουν e-mails. Δεν υπάρχουν υποχρεώσεις. Δεν υπάρχει το κινητό που χτυπάει κάθε πέντε λεπτά. (Και θα προτείναμε να «δοκιμάσετε» να κάνετε κάποιες διαδρομές ΧΩΡΙΣ να έχετε το κινητό μπροστά σας ή συνδεδεμένο με τα… αυτιά σας. Δοκιμάστε να θυμηθείτε πώς ήταν όταν ήμαστε μόνο εμείς, η μηχανή και ο δρόμος. Θα εκπλαγείτε ευχάριστα).

«Μόνος» λοιπόν, Εσύ, η Μηχανή και ο Δρόμος.
Υπάρχει μόνο η απόλυτη συγκέντρωση.

Και μέσα σε αυτή τη συγκέντρωση, έρχεται μια ηρεμία που δύσκολα βρίσκεις αλλού.

Ίσως γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι λένε ότι η μοτοσυκλέτα είναι η ψυχοθεραπεία τους.

Όχι γιατί λύνει τα προβλήματα. Αλλά γιατί, έστω και για λίγο, τα κάνει να σωπαίνουν. Και αυτή τη σιωπή φαίνεται να τη χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο.

Γιατί καβαλάμε

Η μοτοσυκλέτα σε μαθαίνει να ζεις το τώρα

Δεν μπορείς να οδηγείς αφηρημένος. Δεν μπορείς να σκέφτεσαι τη δουλειά. Δεν μπορείς να απαντάς σε μηνύματα. Δεν μπορείς να «είσαι αλλού».

Η μοτοσυκλέτα απαιτεί να είσαι παρών. Κάθε μέτρο του δρόμου. Κάθε αλλαγή του καιρού. Κάθε αυτοκίνητο που αλλάζει λωρίδα. Κάθε στροφή. Κάθε φρενάρισμα. Όλα απαιτούν την «παρουσία σου»!

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια που προσφέρει η μοτοσυκλέτα σήμερα.

Σε έναν κόσμο που μας τραβάει συνεχώς προς δέκα διαφορετικές κατευθύνσεις, η μοτοσυκλέτα απαιτεί να ζήσεις μόνο μία στιγμή.

Την παρούσα.

Σκέφτεσαι κάτι καλύτερο;

Γιατί καβαλάμε

Υπάρχει ένας άγραφος χαιρετισμός που δεν χρειάζεται εξηγήσεις

Αν υπάρχει κάτι που δυσκολεύονται να καταλάβουν όσοι δεν οδηγούν μοτοσυκλέτα, είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν έχουν συναντηθεί ποτέ.

Πηγαίνεις στον δρόμο. Απέναντί σου έρχεται ένας ακόμη αναβάτης. Δεν γνωρίζετε ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρεις το όνομά του. Δεν ξέρεις με τι ασχολείται. Δεν ξέρεις από πού έρχεται ούτε πού πηγαίνει.

Κι όμως…

Σηκώνει δύο δάχτυλα από το τιμόνι. Και χωρίς δεύτερη σκέψη κάνεις το ίδιο.

Μερικοί θα το πουν χαιρετισμό. Άλλοι θα το πουν παράδοση.

Για εμάς είναι κάτι πολύ απλό.

Είναι ένας τρόπος να πεις:

“Σε βλέπω. Ξέρω γιατί είσαι εδώ.”

Δεν έχει σημασία αν οδηγεί Harley-Davidson, Indian, Triumph, Honda ή οποιαδήποτε άλλη μοτοσυκλέτα.

Εκείνη τη στιγμή δεν μετράει η μάρκα. Μετράει ότι μοιράζεστε τον ίδιο δρόμο.

Και όσοι έχουν γράψει αρκετά χιλιόμετρα ξέρουν πως αυτή η μικρή κίνηση αξίζει περισσότερο από πολλές λέξεις.

Γιατί καβαλάμε

Οι καλύτερες γνωριμίες γίνονται εκεί που δεν το περιμένεις

Υπάρχει κάτι σχεδόν μαγικό στις στάσεις ενός ταξιδιού.

Ένα βενζινάδικο σε κάποιον επαρχιακό δρόμο. Ένα μικρό καφέ σε ένα χωριό. Ένα λιμάνι, λίγο πριν φύγει το καράβι. Ένα πάρκινγκ γεμάτο μοτοσυκλέτες.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αφορμή.

Κάποιος θα πλησιάσει.

«Τι μοντέλο είναι;» «Από πού έρχεσαι;» «Πού πάτε;»

Και κάπως έτσι ξεκινά μια συζήτηση που μπορεί να κρατήσει πέντε λεπτά. Ή πέντε ώρες.

Έχουμε δει ανθρώπους να ανταλλάσσουν διαδρομές, συμβουλές, εργαλεία, ακόμα και εξοπλισμό. Έχουμε δει αναβάτες να συνεχίζουν μαζί ένα ταξίδι που ξεκίνησαν μόνοι τους. Έχουμε δει φιλίες να γεννιούνται δίπλα σε μια αντλία βενζίνης. Ή μάλλον για να το θέσουμε πιο σωστά, δεν τα έχουμε δει απλά… Τα έχουμε ζήσει!

Δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Αλλά συμβαίνει αρκετά συχνά ώστε να μην το θεωρούμε πια σύμπτωση.

Γιατί καβαλάμε

Δεν είναι όλοι φίλοι σου.

Αλλά όλοι καταλαβαίνουν.

Υπάρχει μια περίεργη αίσθηση οικειότητας ανάμεσα στους ανθρώπους που οδηγούν μοτοσυκλέτα.

Όχι γιατί συμφωνούν σε όλα. Ούτε γιατί έχουν όλοι την ίδια φιλοσοφία.

Η αλήθεια είναι πως η μοτοσυκλετιστική κοινότητα είναι όσο διαφορετική είναι και η ίδια η κοινωνία.

Άλλοι αγαπούν τα café racer. Άλλοι τα adventure. Άλλοι τα supersport. Άλλοι τα chopper. Άλλοι τις Harley-Davidson. Άλλοι τις Indian.

Άλλοι δεν αλλάζουν με τίποτα την πρώτη τους μοτοσυκλέτα. Κάποιοι διανύουν χιλιάδες χιλιόμετρα κάθε χρόνο. Άλλοι οδηγούν μόνο τις Κυριακές.

Κι όμως, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής.

Όλοι ξέρουν πώς είναι να κοιτάς τον καιρό όλη την εβδομάδα περιμένοντας το Σαββατοκύριακο. Όλοι ξέρουν την ανυπομονησία πριν από ένα μεγάλο ταξίδι. Όλοι ξέρουν εκείνη τη μικρή στεναχώρια όταν έρχεται η ώρα να γυρίσεις σπίτι.

Και όλοι έχουν πει κάποια στιγμή τη φράση: “Άντε, άλλη μία μικρή βόλτα…” που σχεδόν ποτέ δεν είναι μικρή.

Γιατί καβαλάμε

Δεν θυμόμαστε τα χιλιόμετρα.

Θυμόμαστε τις ιστορίες.

Αν ρωτήσεις έναν αναβάτη ποιο ήταν το καλύτερο ταξίδι της ζωής του, σπάνια θα αρχίσει να μιλάει για αριθμούς. Δεν θα σου πει πόσα χιλιόμετρα έκανε. Ούτε πόσα λίτρα κατανάλωσε.

Θα σου πει για εκείνο το βουνό που τον ανάγκασε να σταματήσει μόνο και μόνο για να κοιτάξει τη θέα. Για εκείνο το μικρό ταβερνάκι που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη. Για τη βροχή που τον βρήκε ξαφνικά και τελικά έγινε η πιο αστεία ιστορία του ταξιδιού. Για εκείνον τον άγνωστο αναβάτη που σταμάτησε να βοηθήσει όταν υπήρχε ανάγκη. Για τον ηλικιωμένο σε ένα χωριό που τον πλησίασε μόνο και μόνο για να του πει ότι είχε κι εκείνος κάποτε μια Harley. [Θυμάμαι ακόμα, περίπου 30 χρόνια πριν, όταν στο «πουθενά» βρέθηκα να μιλάω με έναν βοσκό, να με κερνάει (θεϊκό) ψωμί, τυρί και κρασί, να τα κόβει με το χέρι και να μου λέει: «Δεν πιστεύω να σιχαίνεσαι; Χέρι, μαχαίρι και γάργαρο νερό είναι πάντα καθαρό»].

Γιατί στο τέλος της ημέρας δεν θυμόμαστε τις αποστάσεις. Θυμόμαστε τις στιγμές. Και οι στιγμές αυτές έχουν μια περίεργη δύναμη. Μεγαλώνουν όσο περνούν τα χρόνια.

Γιατί καβαλάμε

Γιατί τόσοι άνθρωποι ερωτεύονται μια Harley;

Αν δεν έχεις οδηγήσει ποτέ Harley-Davidson, ίσως δυσκολευτείς να καταλάβεις γιατί τόσοι άνθρωποι μιλούν γι’ αυτές με τόσο πάθος.

Και η αλήθεια είναι ότι δεν φταίει μόνο η μοτοσυκλέτα. Φταίει ό,τι συμβολίζει.

Η Harley-Davidson δεν είναι απλώς ένας κινητήρας V-Twin.

Είναι μια κουλτούρα που χτίστηκε πάνω στα ταξίδια, στις παρέες, στη μουσική, στα αμέτρητα χιλιόμετρα και στις ιστορίες που γεννιούνται στον δρόμο.

Κανείς δεν κάθεται γύρω από ένα τραπέζι για να συζητήσει μόνο για ίππους ή τεχνικά χαρακτηριστικά.

Η κουβέντα πηγαίνει αλλού.

Στο πρώτο μεγάλο road trip. Στην πρώτη φορά που πέρασε τα σύνορα με τη μοτοσυκλέτα. Στην εκδρομή που σχεδιάστηκε μέσα σε πέντε λεπτά και έμεινε αξέχαστη. Στους ανθρώπους που γνώρισε χάρη στη μοτοσυκλέτα.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μυστικό.

Οι μοτοσυκλέτες μπορεί να είναι από ατσάλι και αλουμίνιο, από σίδερο και πλαστικό, οι αναμνήσεις όμως είναι από κάτι πολύ πιο ανθεκτικό.

Γιατί καβαλάμε

Στο τέλος δεν έχει σημασία τι οδηγείς.

Έχει σημασία ΓΙΑΤΙ οδηγείς.

Μερικές φορές, ανάλογα και με το είδος της μοτοσυκλέτας, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποια μοτοσυκλέτα είναι καλύτερη.

Ποια έχει περισσότερους ίππους. Ποια στρίβει καλύτερα. Ποια ταξιδεύει πιο άνετα.

Είναι όμορφες κουβέντες. Τις κάνουμε κι εμείς.

Αλλά όταν ξεκινήσει η διαδρομή, όλες αυτές οι “διαφορές” περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Γιατί εκεί έξω, στον δρόμο, δεν σε ορίζει το λογότυπο στο ρεζερβουάρ. Σε ορίζει η επιθυμία να συνεχίσεις να ανακαλύπτεις νέους δρόμους.

Και αυτή είναι μια γλώσσα που καταλαβαίνουν όλοι οι αναβάτες.

Γιατί καβαλάμε

Κάποια πράγματα δεν αγοράζονται. Κερδίζονται.

Οι περισσότεροι θυμόμαστε την πρώτη μας μοτοσυκλέτα.

Ίσως να μην ήταν η δυνατότερη. Ούτε η πιο όμορφη. Μπορεί να ήταν μία καινούργια ή μία μεταχειρισμένη Harley Davidson ή μπορεί να μην ήταν καν αυτή που ονειρευόμασταν.

Κι όμως, τη θυμόμαστε.

Θυμόμαστε το πρώτο διστακτικό άνοιγμα του γκαζιού. Το πρώτο ταξίδι. Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε μόνοι σε έναν επαρχιακό δρόμο. Την πρώτη φορά που κάποιος άγνωστος αναβάτης μας χαιρέτησε.

Και χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίσαμε να ανήκουμε κάπου.

Όχι σε μια λέσχη. Όχι σε μια μάρκα. Όχι σε μια παρέα.

Αλλά σε έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τον κόσμο.

Γιατί η μοτοσυκλέτα έχει έναν περίεργο τρόπο να αλλάζει την οπτική σου.

Σε κάνει να προσέχεις δρόμους που πριν δεν είχες δει ποτέ. Να αναζητάς διαδρομές αντί για προορισμούς. Να χαίρεσαι περισσότερο τις ανατολές, γιατί ξέρεις ότι ο δρόμος είναι σχεδόν άδειος. Να αγαπάς τα ηλιοβασιλέματα, γιατί πολλές φορές σε βρίσκουν ακόμη πάνω στη σέλα.

Να σταματάς σε μέρη που με το αυτοκίνητο θα προσπερνούσες χωρίς δεύτερη σκέψη. Να ανακαλύπτεις χωριά που δεν είχες ακούσει ποτέ. Να μιλάς με ανθρώπους που πιθανότατα δεν θα γνώριζες διαφορετικά. Να καταλαβαίνεις ότι οι πιο όμορφες διαδρομές δεν είναι πάντα αυτές που έχεις προγραμματίσει.

Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι η μοτοσυκλέτα δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο που ταξιδεύεις. Άλλαξε τον τρόπο που παρατηρείς. Που σκέφτεσαι. Που ζεις.

Ίσως γι’ αυτό δυσκολευόμαστε τόσο να απαντήσουμε όταν κάποιος μας ρωτάει:

«Γιατί καβαλάμε;»

Γιατί η πραγματική απάντηση δεν βρίσκεται στους ίππους. Ούτε στα κυβικά. Ούτε στις επιδόσεις. Δεν βρίσκεται καν στη μοτοσυκλέτα.

Βρίσκεται σε εκείνες τις στιγμές που δεν φωτογραφήθηκαν ποτέ. Που δεν τραβήχτηκαν ποτέ σε βίντεο και δεν ανέβηκαν ποτέ στο Instagram. Που μένουν χαραγμένες στο μυαλό, την καρδιά και την ψυχή!

Στην ομίχλη που άνοιγε σιγά σιγά μπροστά σου σε έναν ορεινό δρόμο. Στη μυρωδιά του πεύκου μετά από μια καλοκαιρινή βροχή. Στον ήχο ενός V-Twin που αντηχεί μέσα σε ένα φαράγγι. Στο γέλιο μιας παρέας μετά από εξακόσια χιλιόμετρα πάνω στη σέλα (και… ιδανικά, με μία κρύα μπύρα στο χέρι). Στην κούραση που νιώθεις όταν κατεβαίνεις από τη μοτοσυκλέτα, αλλά δεν θα την αντάλλασσες με τίποτα.

Στο παιδί που σου χαμογελάει στο φανάρι και κάνει πως γυρίζει το γκάζι. Στον ηλικιωμένο που σε σταματά για να σου πει ότι κάποτε ταξίδευε κι εκείνος με δύο τροχούς. Στον άγνωστο που σταμάτησε να βοηθήσει χωρίς να σε ρωτήσει ποιος είσαι.

Θα μπορούσαμε να γράφουμε ατελείωτες τέτοιες στιγμές που κανένα τεχνικό χαρακτηριστικό δεν μπορεί να περιγράψει.

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι ακόμη.

Οι μοτοσυκλέτες δεν είναι τόσο σημαντικές επειδή μας πηγαίνουν σε όμορφα μέρη.

Είναι σημαντικές επειδή μας μεταμορφώνουν στους ανθρώπους που μπορούν να τα εκτιμήσουν.

Γιατί καβαλάμε

Γιατί καβαλάμε;

Καβαλάμε γιατί ο δρόμος μάς θυμίζει ότι δεν χρειάζεται όλα να είναι βιαστικά.

Καβαλάμε γιατί υπάρχουν ακόμη μέρη που δεν ανακαλύπτονται μέσα από μια οθόνη.

Καβαλάμε γιατί οι καλύτερες συζητήσεις γίνονται όταν σβήσει ο κινητήρας.

Καβαλάμε γιατί μερικές φορές μια διαδρομή λέει περισσότερα από χίλιες λέξεις.

Καβαλάμε γιατί η ελευθερία δεν μετριέται σε χιλιόμετρα, αλλά στις στιγμές που νιώθεις πραγματικά ζωντανός.

Και ίσως…

Ίσως τελικά να μη χρειάζεται να εξηγήσουμε ποτέ γιατί καβαλάμε. Γιατί όσοι δεν έχουν οδηγήσει, δύσκολα θα το καταλάβουν μόνο με λόγια.

Κι όσοι έχουν οδηγήσει… Δεν χρειάζονται καμία εξήγηση!

Γιατί καβαλάμε

Καλές διαδρομές.